Το κλητήριο θέσπισμα αποτελεί το δικονομικό έγγραφο με το οποίο ο κατηγορούμενος καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου προκειμένου να δικαστεί για συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη. Ακριβώς επειδή μέσω αυτού προσδιορίζεται το αντικείμενο της κατηγορίας και παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να γνωρίζει με ακρίβεια για ποια πράξη καλείται να δικαστεί, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει συγκεκριμένα και υποχρεωτικά στοιχεία για το κύρος του.
Ποια στοιχεία πρέπει να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα
Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ, «Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα που εξέδωσε το θέσπισμα».
Τα στοιχεία αυτά προβλέπονται περιοριστικά από τον νόμο. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο καλούμενος. Η κατηγορία δεν αρκεί να περιγράφεται κατά τρόπο γενικό ή αόριστο, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται κατά τρόπο που να επιτρέπει στον κατηγορούμενο να γνωρίζει το πραγματικό αντικείμενο της ποινικής δίωξης και να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του. Παράλληλα, απαιτείται μνεία της ποινικής διάταξης που προβλέπει την αποδιδόμενη πράξη.
Η επίσημη σφραγίδα και η υπογραφή του εισαγγελέα
Ως «επίσημη σφραγίδα», κατά την έννοια του άρθρου 321 ΚΠΔ, νοείται η σφραγίδα της Εισαγγελίας στην οποία υπηρετεί ο εισαγγελέας που υπογράφει το κλητήριο θέσπισμα. Η ύπαρξη της επίσημης σφραγίδας και της υπογραφής του αρμόδιου εισαγγελέα εντάσσεται στα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος.
Όταν το κλητήριο θέσπισμα αποτελείται από περισσότερες σελίδες, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη η υπογραφή και η σφραγίδα να επαναλαμβάνονται σε κάθε σελίδα. Αρκεί η ύπαρξή τους στην τελευταία σελίδα του ενιαίου εγγράφου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, ωστόσο, όταν το κλητήριο θέσπισμα περιλαμβάνει παραπομπές σε άλλα σημεία ή έγγραφα. Οι διατυπώσεις που εξασφαλίζουν το κύρος του πρέπει να καλύπτουν και τις ουσιώδεις παραπομπές, δηλαδή ιδίως εκείνες που συνδέονται με τον ακριβή προσδιορισμό της αξιόποινης πράξης και τη μνεία του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Πρόκειται για στοιχεία που βρίσκονται στον πυρήνα της ενημέρωσης του κατηγορουμένου ως προς την εις βάρος του κατηγορία.
Πότε είναι άκυρο το κλητήριο θέσπισμα
Η σημασία των παραπάνω προϋποθέσεων αποτυπώνεται ευθέως στο άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Κατά τη διάταξη αυτή, «Η τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 εδάφιο α και β επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης. Η μη τήρηση του εδαφίου γ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της συζήτησης».
Επομένως, η παράλειψη στοιχείου που ο νόμος θεωρεί αναγκαίο για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να θεμελιώσει λόγο ακυρότητάς του. Δεν πρόκειται απλώς για μία τυπική πλημμέλεια χωρίς δικονομικές συνέπειες. Η τήρηση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων συνδέεται άμεσα με τη νόμιμη κλήτευση και, ιδίως ως προς την περιγραφή της πράξης, με τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί επακριβώς την κατηγορία που αντιμετωπίζει.
Πώς αποδεικνύεται η έλλειψη των απαιτούμενων στοιχείων
Ο ίδιος ο ΚΠΔ καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνεται η σχετική πλημμέλεια. Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ, «Η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπό του και σε έλλειψή του από το αποδεικτικό επίδοσης».
Η διάταξη έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς προσδιορίζει τα έγγραφα από τα οποία εξετάζεται εάν το κλητήριο θέσπισμα περιείχε πράγματι όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το κύρος του. Για τον λόγο αυτό, το αντίγραφο που έχει επιδοθεί στον κατηγορούμενο μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία κατά την εξέταση μιας ένστασης ακυρότητας.
Ποιο δικαστήριο κρίνει την ακυρότητα
Η κρίση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ανήκει στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης. Το ζήτημα, επομένως, τίθεται και κρίνεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ποινικής δίκης, με την τήρηση των δικονομικών προϋποθέσεων για την έγκαιρη προβολή του.
Η χρονική στιγμή κατά την οποία προβάλλεται η ακυρότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή εκπροσωπείται νόμιμα από συνήγορο σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 3 ΚΠΔ, η σχετική ακυρότητα πρέπει να προβληθεί πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προκειμένου να μην καλυφθεί.
Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη ακόμη και ουσιώδους πλημμέλειας στο κλητήριο θέσπισμα δεν πρέπει να εξετάζεται αποκομμένα από τον τρόπο και τον χρόνο με τον οποίο αυτή προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου. Η έγκαιρη διατύπωση της σχετικής ένστασης αποτελεί κρίσιμο δικονομικό ζήτημα.
Η επαναφορά της ακυρότητας στο Εφετείο
Εάν η ακυρότητα προβληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απορριφθεί, ο κατηγορούμενος μπορεί, εφόσον ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, να επαναφέρει το ζήτημα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Για να εξεταστεί, όμως, η σχετική πλημμέλεια από το Εφετείο, δεν αρκεί ότι είχε προβληθεί κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία. Απαιτείται να περιληφθεί στην έφεση ως ειδικός λόγος. Με τον τρόπο αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα μεταβιβάζεται προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Η ορθή διατύπωση του λόγου έφεσης αποκτά, συνεπώς, ουσιαστική σημασία. Η προηγούμενη απόρριψη της ένστασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν συνεπάγεται ότι το ζήτημα εξετάζεται αυτομάτως από το Εφετείο, εάν δεν έχει περιληφθεί κατά τον απαιτούμενο τρόπο στο ένδικο μέσο.
Η σημασία του ελέγχου του κλητηρίου θεσπίσματος
Το κλητήριο θέσπισμα δεν αποτελεί ένα έγγραφο αμιγώς διαδικαστικού χαρακτήρα. Μέσω αυτού ο κατηγορούμενος πληροφορείται ποιος τον καλεί, ενώπιον ποιου δικαστηρίου πρέπει να εμφανιστεί, πότε θα δικαστεί και, κυρίως, για ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη καλείται να λογοδοτήσει και βάσει ποιας ποινικής διάταξης.
Για τον λόγο αυτό, πριν από την εκδίκαση μιας ποινικής υπόθεσης είναι σημαντικό να ελέγχεται τόσο το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο όσο και, όπου απαιτείται, το αντίτυπο που βρίσκεται στη δικογραφία και το αποδεικτικό επίδοσης. Τυχόν έλλειψη υποχρεωτικού στοιχείου μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να δημιουργήσει ζήτημα ακυρότητας, το οποίο όμως πρέπει να προβληθεί στον κατάλληλο χρόνο και με τον προσήκοντα δικονομικό τρόπο.
Η αξιολόγηση κάθε περίπτωσης εξαρτάται από το ακριβές περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, τη φύση της πλημμέλειας, τα στοιχεία της δικογραφίας και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ποινική διαδικασία. Για τον λόγο αυτό, ο έγκαιρος νομικός έλεγχος του εγγράφου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.