Στις σύγχρονες συνθήκες, όπου παρατηρούνται συχνά μορφές «ευέλικτης» ή «άτυπης» απασχόλησης, η ανάγκη να διαπιστωθεί αν μία σχέση εργασίας είναι ουσιαστικά εξαρτημένη καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική καθώς επηρεάζονται άμεσα και σε σημαντικό βαθμό τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία, εξαρτημένη σχέση εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει εργασία:
- με αμοιβή,
- προσωπικά
- με οικονομική και νομική εξάρτηση
- κατά τρόπο διαρκή ή επαναλαμβανόμενο,
- υπό την διεύθυνση και τον έλεγχο του εργοδότη,
- ενταγμένος στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης.
Ο χαρακτηρισμός της συμβάσης ως εξηρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως επικυρώνει η νομολογία εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο μετ’ αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση. Ο αναγκαίος δε προς ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας βαθμός προσωπικής εξαρτήσεως προκύπτει από την συνολική εκτίμηση όλων των συνθηκών της εξεταζομένης περιπτώσης και εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Συνεκτιμάται το περιεχόμενο της συμβάσης, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνωμολογημένους όρους. Επίσης συνεκτιμώνται ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότητα του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ.
Ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης σχέσης εργασίας είναι πολύ σημαντικός για τον εργαζόμενο αφού υπαγόμενος σε τέτοιο καθεστώς, προστατεύεται από τους ειδικούς κανόνες του εργατικού δικαίου, όπως ενδεικτικά σε ζητήματα αποζημίωσης απόλυσης, χορήγησης αδείας, επιδομάτων εορτών κ.α
Επιπλέον, Σύμφωνα με τη νομολογία ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται όμως και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη καταστρατηγητικής πρόθεσης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη. Σκοπός είναι η εξασφάλιση της αποζημίωσης απόλυσης που καταβάλλεται στο μισθωτό, όταν αυτός απασχολείται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, και όχι η μονιμότητα, η οποία δεν προβλέπεται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης.
Ο εργαζόμενος μπορείς να απευθυνθεί είτε στην επιθεώρηση εργασίας, είτε στο σωματείο του, είτε σε εξειδικευμένο δικηγόρο ο οποίο θα ασκήσει αγωγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων προκειμένου να αναγνωριστεί η υποκρυπτόμενη σχέση εξαρτημένης εργασίας και να ζητήσει να καταβληθούν όλα τα δεδουλευμένα του.
Η εξαρτημένη σχέση εργασίας αναγνωρίζεται όταν στην πράξη ο εργαζόμενος βρίσκεται υπό τον ουσιαστικό έλεγχο και τη διεύθυνση του εργοδότη, ανεξάρτητα από τον τυπικό χαρακτηρισμό της σύμβασης. Η νομολογιακή προσέγγιση είναι σταθερή: προέχει η πραγματικότητα και όχι ο τίτλος της σύμβασης.Η αναγνώριση συνεπάγεται πλήρη εφαρμογή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, διασφαλίζοντας τα δικαιώματα του εργαζομένου και επιβάλλοντας στον εργοδότη τις συναφείς υποχρεώσεις.