Η διενέργεια δεύτερου πλειστηριασμού μετά την αποτυχία του πρώτου αποτελεί συχνό φαινόμενο στην πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνιστά κρίσιμο σημείο για τη θέση του οφειλέτη. Άγονος θεωρείται ο πλειστηριασμός όταν δεν εμφανιστούν πλειοδότες ή δεν υποβληθεί καμία έγκυρη προσφορά. Στην περίπτωση αυτή, η εκτελεστική διαδικασία δεν ολοκληρώνεται, αλλά παραμένει σε εκκρεμότητα.
Σύμφωνα με το άρθρο 973 παρ 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται με επιμέλεια του επισπεύδοντος στον καθ’ ου η εκτέλεση.
Άμυνα του οφειλέτη
Κεντρικό σημείο της άμυνας του οφειλέτη είναι ο έλεγχος του τρόπου με τον οποίο κινήθηκε η διαδικασία μετά τον άγονο πρώτο πλειστηριασμό. Πρέπει να εξεταστεί αν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες ενέργειες για την επανάληψη, αν η νέα ημερομηνία και οι όροι του πλειστηριασμού γνωστοποιήθηκαν ορθά και αν η τιμή πρώτης προσφοράς προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα δεδομένα της υπόθεσης. Η βεβιασμένη επανάληψη ή η ουσιώδης απόκλιση από τον σκοπό της εκτέλεσης μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θίξει τη νομιμότητα του δεύτερου πλειστηριασμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης.
Ζητήματα καταχρηστικότητας
Ο δεύτερος πλειστηριασμός, ιδίως όταν ακολουθεί άμεσα τον πρώτο, συχνά οδηγεί σε ιδιαίτερα χαμηλό εκπλειστηρίασμα. Σε περιπτώσεις όπου η αξία του ακινήτου βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με το ύψος της οφειλής που επιδιώκεται να ικανοποιηθεί, ανακύπτουν ζητήματα υπέρμετρης επιβάρυνσης του οφειλέτη. Συχνά εκκινείται δεύτερος πλειστηριασμός ακόμα και αν ο οφειλέτης βρίσκεται σε διαδικασία ρύθμισης της οφειλής του είτε απευθείας με την τράπεζα ή το fund είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών. Είναι φανερό λοιπόν ότι μία τέτοια στάση είναι καταχρηστική και αντίκειται στη νομοθεσία. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση και οι περιστάσεις που διαμορφώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσω συνετού ανθρώπου. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του (ΑΠ 1873/2014, Α.Π. 385/2010, ΑΠ 331/2009, ΝΟΜΟΣ).
Ο δεύτερος πλειστηριασμός μετά από άγονο πρώτο δεν είναι μια απλή τυπική συνέχεια της διαδικασίας, αλλά ένα στάδιο με ιδιαίτερη βαρύτητα για τον οφειλέτη. Η μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς και η αυξημένη πιθανότητα εκποίησης καθιστούν αναγκαίο τον προσεκτικό νομικό έλεγχο κάθε πτυχής της διαδικασίας. Η έγκαιρη και στοχευμένη νομική άμυνα μπορεί, σε πολλές περιπτώσεις, να αναδείξει ουσιώδεις πλημμέλειες και να προσφέρει ουσιαστική προστασία απέναντι στις συνέπειες του δεύτερου πλειστηριασμού.