Η σύλληψη αποτελεί κρίσιμη στιγμή για την προστασία των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του πολίτη. Αν και το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων, η εφαρμογή του στην πράξη συχνά αποκαλύπτει κενά και καθυστερήσεις που δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη.
Η σύλληψη επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και πραγματοποιείται υπό την εποπτεία του εισαγγελέα. Από τη στιγμή της σύλληψης, οι αρχές υποχρεούνται να οδηγήσουν τον συλληφθέντα ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων ωρών. Η παράλειψη ή καθυστέρηση χωρίς αιτιολόγηση καθιστά την κράτηση παράνομη και μπορεί να επιφέρει ακυρότητα των επακόλουθων πράξεων.
Ο συλληφθείς πρέπει να ενημερώνεται άμεσα και με σαφήνεια για το αδίκημα που του αποδίδεται, καθώς και για τα δικαιώματά του. Η ενημέρωση αυτή πρέπει να γίνεται σε γλώσσα που κατανοεί, ώστε να μπορεί να οργανώσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του. Η παράλειψη ενημέρωσης συνιστά σοβαρή παραβίαση της δίκαιης διαδικασίας και μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα της σύλληψης.
Από τη στιγμή της σύλληψης, ο κρατούμενος έχει το δικαίωμα να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του. Η επικοινωνία αυτή πρέπει να είναι απρόσκοπτη και εμπιστευτική, πριν από οποιαδήποτε εξέταση ή απολογία. Οποιοσδήποτε περιορισμός στο δικαίωμα αυτό επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, με ειδική αιτιολόγηση και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα. Η παρουσία του δικηγόρου διασφαλίζει ότι η διαδικασία διεξάγεται με σεβασμό στα δικαιώματα του κατηγορουμένου και αποτρέπει φαινόμενα αυθαιρεσίας.
Ο συλληφθείς έχει το δικαίωμα να σιωπήσει και να μην απαντήσει σε ερωτήσεις που ενδέχεται να τον ενοχοποιήσουν. Κάθε δήλωσή του πρέπει να παρέχεται ελεύθερα, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό. Η άρνηση συνεργασίας δεν μπορεί να εκληφθεί εις βάρος του, ούτε να χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη ενοχής. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ποινικής δίκης και συνδέεται άρρηκτα με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας.
Σε περίπτωση ανάγκης, ο συλληφθείς έχει δικαίωμα να λάβει ιατρική φροντίδα. Οι αρχές οφείλουν να μεριμνούν για την υγεία και τη σωματική του ακεραιότητα, καθώς η παράλειψη παροχής ιατρικής περίθαλψης μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της κράτησης και να θεμελιώσει ευθύνη των αρμόδιων οργάνων.
Η προστασία των δικαιωμάτων του συλληφθέντος αποτελεί δείκτη του σεβασμού προς τον άνθρωπο και της ποιότητας της δικαιοσύνης. Η ουσιαστική εφαρμογή των εγγυήσεων αυτών είναι απαραίτητη για μια δικαιοσύνη που λειτουργεί με ισονομία και ανθρωπιά