Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013 θεσπίστηκε, για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων, ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος («ΤτΕ»), με την απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων («ΕΠΑΘ 116/25.8.2014» ή «Κώδικας»). Ο Κώδικας τέθηκε σε ισχύ την 31.12.2014 και έχει ήδη τροποποιηθεί με αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων.
Η πρακτική και νομική σημασία του Κώδικα είναι ιδιαίτερα αυξημένη, διότι επιβάλλει στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα συγκεκριμένες διαδικαστικές υποχρεώσεις πριν προβούν σε κρίσιμες ενέργειες, όπως είναι η καταγγελία της πιστωτικής σύμβασης και η έναρξη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
Ποιοι δεσμεύονται από τον Κώδικα και σε ποιες οφειλές εφαρμόζεται
Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ. Εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 30 ημερολογιακών ημερών έναντι κάθε ιδρύματος που εφαρμόζει τον Κώδικα.
Η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) και η έννοια του «συνεργάσιμου δανειολήπτη»
Κάθε ίδρυμα υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ). Στη ΔΕΚ μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως αυτός ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους στο πλαίσιο του Ν. 4224/2013.
Η συνεργασιμότητα, όπως περιγράφεται στον Κώδικα, συνδέεται με συγκεκριμένη συμπεριφορά του δανειολήπτη απέναντι στον δανειστή. Ειδικότερα, ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν:(i) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές,\
(ii) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές των ανωτέρω εντός 15 εργασίμων ημερών,\
(iii) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το ίδρυμα αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που θα του ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες από τους ανωτέρω,\
(iv) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη μελλοντική οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του, και\
(v) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα.
Στην πράξη, η διατήρηση του χαρακτηρισμού του «συνεργάσιμου» είναι κρίσιμη, διότι αποτελεί προϋπόθεση ώστε ο δανειολήπτης (και, κατά περίπτωση, ο εγγυητής) να συμμετάσχει ουσιαστικά στη διαδικασία διερεύνησης λύσεων ρύθμισης ή διευθέτησης.
Τα στάδια της ΔΕΚ και τα βασικά σημεία προσοχής
Η ΔΕΚ του Κώδικα αποτελείται από πέντε στάδια.
Κατά το πρώτο στάδιο, το ίδρυμα επικοινωνεί με τον πρωτοφειλέτη και, αν υπάρχει, τον εγγυητή, αποστέλλοντας γραπτή ειδοποίηση εντός των επόμενων 15 ημερολογιακών ημερών. Με την ειδοποίηση αυτή, μεταξύ άλλων, ο οφειλέτης ενημερώνεται για τα στοιχεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής και την ένταξή του στη ΔΕΚ, λαμβάνει το «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες» και καλείται να υποβάλει στοιχεία οικονομικής πληροφόρησης. Για φυσικά πρόσωπα, προβλέπεται η «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης» (ΤΥ.Κ.Ο.Π.), ενώ για νομικά πρόσωπα χρησιμοποιείται αντίστοιχο τυποποιημένο έντυπο του ιδρύματος. Ο δανειολήπτης καλείται να συμπληρώσει με ακρίβεια και πληρότητα τα έντυπα και να τα προσκομίσει εντός 15 εργασίμων ημερών, ώστε να δύναται να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο.
Αν ο δανειολήπτης δεν ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στην ανωτέρω ειδοποίηση, τότε χαρακτηρίζεται ως «μη συνεργάσιμος» και το ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση.
Κατά το δεύτερο στάδιο, γίνεται συγκέντρωση οικονομικών και λοιπών πληροφοριών του δανειολήπτη.
Κατά το τρίτο στάδιο, γίνεται αξιολόγηση των υποβληθέντων οικονομικών στοιχείων. Ενδεικτικά αξιολογούνται η οικονομική κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών, η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής, το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής. Αν ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής είναι επιχείρηση, αξιολογούνται επιπροσθέτως στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της αξιολόγησης, το ίδρυμα οφείλει να καταβάλει εύλογη προσπάθεια συνεργασίας με το δανειολήπτη ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ικανότητα αποπληρωμής και να αναζητηθεί κατάλληλη λύση. Παράλληλα, το ίδρυμα οφείλει να αξιολογήσει την αξία τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρόσθετη εξασφάλιση με τη συναίνεση του δανειολήπτη.
Κατά το τέταρτο στάδιο, γίνεται πρόταση κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη (λύσεις ρύθμισης ή λύσεις οριστικής διευθέτησης), με επιλογή της καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης. Για τους σκοπούς του Κώδικα, ως «κατάλληλη λύση» νοείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις.
Το πέμπτο στάδιο περιλαμβάνει τη διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα που δεσμεύονται από αυτόν την τήρηση, μεταξύ άλλων, των σταδίων της ΔΕΚ πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει νομικές ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης.
Μη τήρηση της ΔΕΚ: συνεπάγεται αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταγγελίας;
Συχνά τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο στην τήρηση του Κώδικα ίδρυμα καθιστά, άνευ ετέρου, την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης άκυρη ως αντίθετη, κατά το άρθρο 174 του Αστικού Κώδικα, σε απαγορευτική διάταξη νόμου.
Κατ’ αρχάς, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρούμενων καταγγελιών, οι οποίες άλλωστε προβλέπονται συμβατικά και δεν αποδοκιμάζονται ως θεσμός από το δίκαιο. Αντίθετα, σκοπός του Κώδικα είναι η επιλογή της καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης για τις πιστώσεις σε καθυστέρηση, με συνεκτίμηση των εποπτικών απαιτήσεων και των κατευθυντήριων γραμμών της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επιπλέον, προβλέπεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί και ελέγχει τον τρόπο εφαρμογής του Κώδικα και την πλήρη και αποτελεσματική θέσπιση συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, με δυνατότητα να απαιτεί διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει κατά νόμο κυρώσεις. Ρητά, όμως, δεν επιλαμβάνεται της επίλυσης διαφορών που προκύπτουν μεταξύ δανειστών και οφειλετών από την εφαρμογή του Κώδικα.
Συνεπώς, από το γράμμα και τον σκοπό του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη ΔΕΚ αντιμετωπίζεται, κατά βάση, ως αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, ικανή να ενεργοποιήσει εποπτικές συνέπειες και κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο Ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει ευθέως στην επαγωγή αυτοδίκαιης ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τήρησης της ΔΕΚ.
Με άλλα λόγια, η μη τήρηση της ΔΕΚ δεν οδηγεί, κατά κανόνα και αυτομάτως, σε ακυρότητα της καταγγελίας κατ’ άρθρο 174 ΑΚ.
Ο έλεγχος υπό το πρίσμα της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ)
Η κρίσιμη «γέφυρα» προς δικαστικό έλεγχο σε επίπεδο ιδιωτικής διαφοράς είναι, συχνά, το άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Στο πλαίσιο αυτό, η μη τήρηση των διαδικασιών της ΔΕΚ, σε συνδυασμό με τη συνολική συμπεριφορά του ιδρύματος, τις συνθήκες της υπόθεσης και την πραγματική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, μπορεί να αξιολογηθεί ως στοιχείο που συντελεί στη θεμελίωση καταχρηστικότητας της καταγγελίας, εφόσον καθιστά την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις.
Συμπέρασμα
Ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΤτΕ αποτελεί ένα δεσμευτικό πλαίσιο διαδικασιών για τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, με επίκεντρο τη ΔΕΚ και τη διατήρηση του χαρακτηρισμού του συνεργάσιμου δανειολήπτη. Η μη τήρηση της ΔΕΚ, κατά τον σκοπό και τη λειτουργία του Κώδικα, συνδέεται πρωτίστως με εποπτικές συνέπειες και όχι με αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταγγελίας κατ’ άρθρο 174 ΑΚ. Ωστόσο, σε επίπεδο ιδιωτικής διαφοράς, οι παραλείψεις του ιδρύματος και η συνολική συμπεριφορά του μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να συνεκτιμηθούν υπό το πρίσμα του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ανάλογα με τα ειδικά πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.