Κατά το στάδιο της ποινικής προδικασίας και, ειδικότερα, της κύριας ανάκρισης, η νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής μέτρων σε βάρος του κατηγορουμένου, όταν από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής. Τα μέτρα αυτά δεν έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα ούτε μπορούν να λειτουργούν ως πρόωρη επιβολή ποινής. Αντίθετα, αποτελούν δικονομικά μέσα που αποβλέπουν στην ομαλή εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας και επιβάλλονται μόνο υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 282 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και, ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 283-300 ΚΠΔ.
Η βασική αρχή που διέπει το συγκεκριμένο σύστημα είναι ότι η προσωρινή κράτηση αποτελεί το έσχατο μέτρο. Ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να στερείται την προσωπική του ελευθερία όταν οι σκοποί της ποινικής διαδικασίας μπορούν να εξασφαλιστούν με ηπιότερα μέσα. Για τον λόγο αυτό, ο νόμος καθιερώνει ουσιαστικά μία κλιμάκωση των μέτρων, η οποία συνδέεται άμεσα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Ο σκοπός των μέτρων κατά την ανάκριση
Σύμφωνα με το άρθρο 282 ΚΠΔ, οι περιοριστικοί όροι, ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση και η προσωρινή κράτηση αποσκοπούν πρωτίστως στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου κατά την ανάκριση και ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς και στην εξασφάλιση της υποβολής του στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Παράλληλα, αποβλέπουν στην αποτροπή του κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων.
Οι σκοποί αυτοί είναι καθοριστικοί για την επιλογή του μέτρου που θα επιβληθεί. Δεν αρκεί, επομένως, η βαρύτητα της κατηγορίας από μόνη της για να δικαιολογηθεί η στέρηση της ελευθερίας. Η αρμόδια δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης και την προσωπικότητα και κατάσταση του κατηγορουμένου, προκειμένου να διαπιστώσει τόσο εάν πράγματι απαιτείται η επιβολή κάποιου μέτρου όσο και ποιο είναι το λιγότερο επαχθές μέτρο που μπορεί να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τους σκοπούς του νόμου.
Η αρχή της αναγκαιότητας και η επιλογή του ηπιότερου μέτρου
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σειρά με την οποία ο νομοθέτης προβλέπει τα διαθέσιμα δικονομικά μέτρα. Η σειρά αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την αρχή ότι κάθε περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίος και ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Κατά συνέπεια, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, πρέπει καταρχάς να εξετάζεται αν ο κατηγορούμενος μπορεί να παραμείνει ελεύθερος. Εφόσον κρίνεται αναγκαία η λήψη μέτρων, εξετάζεται στη συνέχεια εάν επαρκεί η επιβολή περιοριστικών όρων. Μόνον όταν οι περιοριστικοί όροι κρίνονται ανεπαρκείς μπορεί, υπό τις ειδικότερες νόμιμες προϋποθέσεις, να εξεταστεί η επιβολή κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση. Και μόνον εφόσον ούτε αυτό το μέτρο επαρκεί για την επίτευξη των σκοπών της ποινικής διαδικασίας μπορεί να επιλεγεί η προσωρινή κράτηση.
Η κλιμάκωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την προστασία της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορουμένου. Η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί το αυτονόητο επακόλουθο μιας σοβαρής κατηγορίας, αλλά το τελευταίο μέσο που διαθέτει η ποινική δικονομία, όταν τα ηπιότερα μέτρα αποδεικνύονται ανεπαρκή.
Οι περιοριστικοί όροι ως ηπιότερο δικονομικό μέτρο
Οι περιοριστικοί όροι αποτελούν το πρώτο επίπεδο επέμβασης στην ελευθερία του κατηγορουμένου, όταν κρίνεται ότι δεν είναι επαρκής η χωρίς όρους παραμονή του σε ελευθερία. Το περιεχόμενό τους μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και τον κίνδυνο που επιχειρείται να αντιμετωπιστεί.
Η επιλογή τους πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν μπορεί τυπικά να επιβληθεί κάποιος περιοριστικός όρος, αλλά εάν ένας ή περισσότεροι κατάλληλοι όροι μπορούν στην πράξη να εξασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορουμένου στη διαδικασία και να αντιμετωπίσουν επαρκώς τον κίνδυνο τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων.
Η δυνατότητα συνδυασμού περισσότερων περιοριστικών όρων ενισχύει ακόμη περισσότερο την υποχρέωση εξέτασης ηπιότερων λύσεων πριν από την προσφυγή σε στερητικό της ελευθερίας μέτρο. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά την αιτιολόγηση μιας απόφασης για προσωρινή κράτηση, καθώς πρέπει να προκύπτει γιατί οι διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις δεν θεωρήθηκαν επαρκείς.
Ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση
Μεταξύ των περιοριστικών όρων και της προσωρινής κράτησης παρεμβάλλεται ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση. Πρόκειται για ιδιαίτερα αυστηρό μέτρο, καθώς συνεπάγεται σημαντικό περιορισμό της ελευθερίας κινήσεων του κατηγορουμένου, χωρίς όμως να ταυτίζεται με τον εγκλεισμό σε κατάστημα κράτησης.
Η ύπαρξη αυτού του ενδιάμεσου μέτρου έχει ουσιαστική σημασία για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Πριν επιλεγεί η προσωρινή κράτηση, πρέπει να εξετάζεται πραγματικά και όχι μόνο τυπικά κατά πόσο ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση είναι ικανός να εξασφαλίσει τους επιδιωκόμενους δικονομικούς σκοπούς.
Εφόσον το συγκεκριμένο μέτρο μπορεί να αντιμετωπίσει επαρκώς τον κίνδυνο φυγής ή άλλους κινδύνους που αναγνωρίζει ο νόμος, η επιλογή της προσωρινής κράτησης απαιτεί ιδιαίτερα ισχυρή και συγκεκριμένη αιτιολογία ως προς το γιατί το ηπιότερο αυτό μέσο δεν επαρκεί.
Η προσωρινή κράτηση ως έσχατο μέτρο
Η προσωρινή κράτηση συνιστά την εντονότερη επέμβαση στην προσωπική ελευθερία ενός προσώπου πριν υπάρξει αμετάκλητη κρίση για την ενοχή του. Για τον λόγο αυτό περιβάλλεται από αυξημένες ουσιαστικές και δικονομικές εγγυήσεις.
Από τη συνδυαστική προσέγγιση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορουμένου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως η τελευταία διαθέσιμη λύση. Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του τεκμηρίου αθωότητας: ο προσωρινά κρατούμενος παραμένει κατηγορούμενος και όχι καταδικασμένος.
Επομένως, η προσωρινή κράτηση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως προκαταβολή ποινής ούτε ως μέσο αντιμετώπισης της κοινωνικής απαξίας που ενδέχεται να συνοδεύει μια συγκεκριμένη κατηγορία. Απαιτείται πάντοτε σύνδεση του μέτρου με τους νόμιμους δικονομικούς σκοπούς και με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα της εκάστοτε υπόθεσης.
Η ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας
Καθοριστικής σημασίας είναι η υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του εντάλματος προσωρινής κράτησης. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου ούτε γενικές αναφορές στη σοβαρότητα του αδικήματος.
Η αιτιολογία πρέπει να συνδέεται με τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και να εξηγεί γιατί η στέρηση της ελευθερίας είναι πράγματι αναγκαία. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να προκύπτει για ποιο λόγο δεν κρίθηκε επαρκής η παραμονή του κατηγορουμένου σε ελευθερία, γιατί δεν επαρκεί η επιβολή κατάλληλων περιοριστικών όρων και, τέλος, γιατί δεν μπορεί να επιτευχθεί ο ίδιος σκοπός μέσω του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση.
Η αιτιολογία αυτή αποτελεί ουσιαστική εγγύηση κατά της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας. Όσο εντονότερο είναι το μέτρο που επιλέγεται τόσο αυξημένη είναι και η ανάγκη να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένο τρόπο η αναγκαιότητά του.
Οι σοβαρές ενδείξεις ενοχής
Βασική ουσιαστική προϋπόθεση για την επιβολή των συγκεκριμένων μέτρων είναι η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής. Η έννοια αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική διαπίστωση ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή ότι υπάρχει απλώς κάποια υπόνοια συμμετοχής του κατηγορουμένου στην πράξη.
Απαιτείται αξιολόγηση του συνόλου του διαθέσιμου αποδεικτικού υλικού, από το οποίο πρέπει να προκύπτει ιδιαίτερα ισχυρός βαθμός πιθανολόγησης ως προς τη σύνδεση του κατηγορουμένου με την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη. Οι «σοβαρές ενδείξεις» διαφοροποιούνται, συνεπώς, από έναν χαμηλότερο βαθμό υποψίας και πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία της δικογραφίας.
Η απαίτηση αυτή είναι εύλογη ακριβώς επειδή τα εξεταζόμενα μέτρα μπορούν να επιφέρουν σοβαρότατες συνέπειες στην προσωπική και επαγγελματική ζωή του κατηγορουμένου. Όσο βαρύτερη είναι η επέμβαση στην προσωπική ελευθερία τόσο ισχυρότερη πρέπει να είναι η πραγματική βάση που δικαιολογεί την επιβολή της.
Η φύση του αδικήματος και η αρχή της αναλογικότητας
Οι προϋποθέσεις επιβολής των μέτρων διαφοροποιούνται και ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα του αδικήματος για το οποίο διεξάγεται η κύρια ανάκριση. Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας: δεν είναι επιτρεπτό ένα εξαιρετικά επαχθές μέτρο να χρησιμοποιείται χωρίς αντιστοιχία προς τη βαρύτητα της υπό διερεύνηση αξιόποινης πράξης.
Στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων, οι περιοριστικοί όροι μπορούν να συνδεθούν με ευρύτερο πεδίο αξιόποινων πράξεων, εφόσον βεβαίως συντρέχουν όλες οι υπόλοιπες νόμιμες προϋποθέσεις. Αντίθετα, ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση και ιδίως η προσωρινή κράτηση υπόκεινται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις, ακριβώς επειδή συνεπάγονται πολύ εντονότερο περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας.
Η εξέταση της βαρύτητας της κατηγορίας, πάντως, δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη κρίση. Η ύπαρξη κακουργηματικής κατηγορίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ανάγκη προσωρινής κράτησης. Πρέπει επιπλέον να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του νόμου και να αιτιολογείται γιατί δεν επαρκεί κάποιο ηπιότερο μέτρο.
Η προστασία της προσωπικής ελευθερίας κατά την ΕΣΔΑ
Το ζήτημα της προσωρινής κράτησης δεν ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια και προσδιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η στέρησή της.
Στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, η ΕΣΔΑ συνδέει τη νόμιμη σύλληψη ή κράτηση, μεταξύ άλλων, με την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι το πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα ή με την εύλογη ανάγκη αποτροπής της τέλεσης αδικήματος ή της διαφυγής μετά την τέλεσή του.
Οι εγγυήσεις της Σύμβασης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των εθνικών διατάξεων. Η προσωρινή κράτηση, συνεπώς, δεν μπορεί να στηρίζεται σε υποθετικούς ή αφηρημένους κινδύνους, αλλά πρέπει να δικαιολογείται από πραγματικά και εξατομικευμένα δεδομένα που μπορούν να υποστηρίξουν τη συνέχιση της στέρησης της ελευθερίας.
Η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί πρόωρη ποινή
Μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις στην πράξη είναι εκείνη μεταξύ του δικονομικού χαρακτήρα της προσωρινής κράτησης και της ποινής που μπορεί να επιβληθεί μετά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η προσωρινή κράτηση προηγείται της οριστικής κρίσης του δικαστηρίου και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να θεμελιώνεται στη λογική ότι ο κατηγορούμενος πρέπει ήδη να υποστεί συνέπειες εξαιτίας της πράξης που του αποδίδεται.
Το τεκμήριο αθωότητας εξακολουθεί να ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η αξιολόγηση των σοβαρών ενδείξεων ενοχής για τις ανάγκες της ανάκρισης δεν ισοδυναμεί με δικαστική κρίση περί ενοχής. Ακριβώς για τον λόγο αυτό η ανάγκη επιβολής ενός τόσο αυστηρού μέτρου πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς και με βάση τους συγκεκριμένους σκοπούς που προβλέπει η ποινική δικονομία.
Η σημασία της εξατομικευμένης κρίσης
Κάθε υπόθεση παρουσιάζει διαφορετικά πραγματικά και προσωπικά δεδομένα. Για την επιλογή του κατάλληλου μέτρου δεν αρκεί μία γενική αξιολόγηση της κατηγορίας, αλλά απαιτείται συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων που μπορούν να επηρεάσουν την κρίση περί αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Τα στοιχεία της δικογραφίας, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οι πραγματικές ενδείξεις σχετικά με την πιθανότητα φυγής ή τέλεσης νέων εγκλημάτων και γενικότερα κάθε δεδομένο που συνδέεται ουσιαστικά με τους νόμιμους σκοπούς των μέτρων πρέπει να αξιολογούνται συγκεκριμένα. Η δικαστική κρίση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε στερεότυπες διατυπώσεις ή σε αφηρημένες υποθέσεις.
Αυτή ακριβώς η εξατομικευμένη αξιολόγηση αποτελεί τον πυρήνα της αρχής της αναλογικότητας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν ο νόμος επιτρέπει θεωρητικά την προσωρινή κράτηση, αλλά εάν, στη συγκεκριμένη υπόθεση και για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, η προσωρινή κράτηση είναι πράγματι αναγκαία και εάν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερο τρόπο.
Συμπέρασμα
Το σύστημα των περιοριστικών όρων, του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και της προσωρινής κράτησης στηρίζεται σε μία θεμελιώδη αρχή: όσο περισσότερο περιορίζεται η προσωπική ελευθερία του κατηγορουμένου, τόσο αυστηρότερες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις και τόσο πληρέστερη η αιτιολογία της σχετικής δικαστικής κρίσης.
Η προσωρινή κράτηση βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κλίμακας και αποτελεί το έσχατο δικονομικό μέτρο. Η νόμιμη επιβολή της προϋποθέτει όχι μόνο την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής και τη συνδρομή των ειδικότερων προϋποθέσεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά και ουσιαστική εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής ηπιότερων μέτρων.
Για τον κατηγορούμενο, η ορθή αξιολόγηση των στοιχείων που θεμελιώνουν τις σοβαρές ενδείξεις, η εξέταση της αναγκαιότητας του επιβαλλόμενου μέτρου και ο έλεγχος της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αποκτούν καθοριστική σημασία. Η υπεράσπιση στο στάδιο της ανάκρισης δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση της ουσίας της κατηγορίας, αλλά εκτείνεται και στην ανάδειξη όλων εκείνων των πραγματικών και νομικών δεδομένων που συνηγορούν υπέρ της διατήρησης της προσωπικής ελευθερίας ή της επιλογής του λιγότερο επαχθούς μέτρου.