Η θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία και, ειδικότερα, από τροχαίο ατύχημα προϋποθέτει τη συνδρομή συγκεκριμένων όρων που προβλέπονται στον Αστικό Κώδικα. Από τον συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι για τη γένεση ευθύνης προς αποζημίωση απαιτούνται παράνομη πράξη ή παράλειψη, υπαιτιότητα του προσώπου που προκάλεσε τη ζημία, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Η έννοια της υπαιτιότητας και της αμέλειας
Κρίσιμο ζήτημα στις υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων αποτελεί η διαπίστωση της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων οδηγών. Σύμφωνα με το άρθρο 330 ΑΚ, αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Πρόκειται για την επιμέλεια που, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη και τις συγκεκριμένες περιστάσεις, οφείλει να επιδεικνύει κάθε πρόσωπο στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του.
Για τη διαπίστωση αμελούς συμπεριφοράς δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να υπάρχει ειδική διάταξη που να επιβάλλει ρητά συγκεκριμένη ενέργεια ή αποχή. Αρκεί η συμπεριφορά του προσώπου να αποκλίνει από εκείνη που, με βάση τις περιστάσεις, θα αναμενόταν από έναν συνετό και επιμελή οδηγό.
Στην περίπτωση ενός τροχαίου ατυχήματος, επομένως, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην εξέταση του εάν παραβιάστηκε συγκεκριμένος κανόνας οδικής κυκλοφορίας. Εξετάζει συνολικά τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων, τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα και το κατά πόσο κάθε οδηγός επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια.
Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και του ατυχήματος
Η ύπαρξη υπαίτιας ή παράνομης συμπεριφοράς δεν αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση υποχρέωσης αποζημίωσης. Απαιτείται επιπλέον να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.
Αιτιώδης συνάφεια υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η πράξη ή η παράλειψη ήταν αντικειμενικά ικανή να επιφέρει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Η προϋπόθεση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στις διαφορές από τροχαία ατυχήματα. Το ουσιώδες δεν είναι απλώς εάν ένας οδηγός υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα, αλλά εάν το συγκεκριμένο σφάλμα συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση και τις ζημίες που ακολούθησαν.
Συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος και μείωση της αποζημίωσης
Δεν είναι σπάνιο ένα τροχαίο ατύχημα να οφείλεται στη συμπεριφορά περισσότερων του ενός προσώπων. Η υπαιτιότητα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία δεν αποκλείεται μόνο και μόνο επειδή στην επέλευση ή στην έκτασή της συνέβαλε και ο ίδιος ο ζημιωθείς.
Στην περίπτωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία το άρθρο 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος. Εφόσον ο υπαίτιος προβάλλει τη σχετική ένσταση και αποδειχθεί ότι ο ζημιωθείς συνέβαλε με δικό του πταίσμα στην πρόκληση ή στην έκταση της ζημίας, το Δικαστήριο μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης ή ακόμη και να μην επιδικάσει αποζημίωση.
Κατά συνέπεια, η κρίση περί υπαιτιότητας σε ένα τροχαίο ατύχημα δεν είναι αναγκαστικά απόλυτη. Είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά και των δύο οδηγών συνέβαλε αιτιωδώς στην επέλευση του αποτελέσματος, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά το ύψος της τελικά επιδικαζόμενης αποζημίωσης.
Η εφαρμογή των κανόνων στα τροχαία ατυχήματα
Οι παραπάνω αρχές εφαρμόζονται και κατά τη διερεύνηση της υπαιτιότητας των οδηγών σε περίπτωση σύγκρουσης αυτοκινήτων στο πλαίσιο του Ν. ΓΠΝ/1911. Η γενική διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ περί αδικοπραξίας μπορεί να αποτελέσει τη βάση της ευθύνης για ζημίες που προκαλούνται κατά τη λειτουργία αυτοκινήτου, σε συνδυασμό με τις ειδικότερες διατάξεις της νομοθεσίας για την αστική ευθύνη από αυτοκίνητα.
Για τον λόγο αυτό, σε κάθε υπόθεση τροχαίου ατυχήματος απαιτείται εξατομικευμένη εξέταση των πραγματικών περιστατικών. Η θέση και η πορεία των οχημάτων, η ταχύτητα, οι ελιγμοί που πραγματοποιήθηκαν, η δυνατότητα αντίδρασης των οδηγών, η ορατότητα, η κατάσταση του οδοστρώματος και η τήρηση των κανόνων κυκλοφορίας μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμα δεδομένα για την τελική κρίση σχετικά με την υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια.
Η παράβαση του ΚΟΚ δεν συνεπάγεται αυτομάτως υπαιτιότητα
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ της παράβασης μιας διάταξης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και της αστικής υπαιτιότητας για την πρόκληση του ατυχήματος. Η παράβαση διάταξης του Ν. 2696/1999, δηλαδή του ΚΟΚ, δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει υπαιτιότητα ως προς την επέλευση ενός συγκεκριμένου τροχαίου ατυχήματος.
Η παράβαση αποτελεί, ωστόσο, σημαντικό στοιχείο που συνεκτιμάται από το Δικαστήριο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η συγκεκριμένη παράβαση συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξεταστεί εάν η παράβαση ήταν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ικανή να προκαλέσει το αποτέλεσμα που τελικά επήλθε.
Τη συγκεκριμένη αρχή έχει επιβεβαιώσει και η νομολογία του Αρείου Πάγου. Ενδεικτικά, στην ΑΠ 1267/2020 επισημαίνεται η σημασία της αιτιώδους σύνδεσης μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού και του ζημιογόνου αποτελέσματος κατά την αξιολόγηση της υπαιτιότητας.
Η σημασία της απόδειξης σε μια αξίωση αποζημίωσης
Η έκβαση μιας διαφοράς από τροχαίο ατύχημα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Η διαπίστωση μιας παράβασης του ΚΟΚ μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεν αρκεί όμως πάντοτε για την επιδίκαση αποζημίωσης. Πρέπει να αποδεικνύεται η υπαίτια συμπεριφορά, η ζημία και, κυρίως, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τους.
Αντίστοιχα, όταν προβάλλεται συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η δική του συμπεριφορά συνέβαλε στην πρόκληση ή στην έκταση της ζημίας. Η αξιολόγηση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ουσιώδη μείωση της αποζημίωσης.
Για τον λόγο αυτό, κάθε υπόθεση τροχαίου ατυχήματος απαιτεί αυτοτελή νομική και αποδεικτική αξιολόγηση. Η ορθή αποτύπωση των συνθηκών του ατυχήματος και η σύνδεσή τους με τους κανόνες περί αδικοπρακτικής ευθύνης είναι καθοριστικές τόσο για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης όσο και για την αντιμετώπιση ισχυρισμών περί συντρέχοντος πταίσματος.