Οι τραπεζικές συμβάσεις αποτελούν σήμερα ένα από τα συχνότερα πεδία εμφάνισης καταχρηστικών όρων, οι οποίοι επιβαρύνουν δυσανάλογα τον καταναλωτή – δανειολήπτη και αλλοιώνουν την ισορροπία της συμβατικής σχέσης. Η κατανόηση της νομικής τους φύσης και των συνεπειών τους είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του συναλλασσόμενου με τις τράπεζες.
Η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 στους δανειολήπτες
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα καταχρηστικού όρου είναι η μετακύλιση του βάρους της εισφοράς του ν. 128/1975 στους δανειολήπτες. Η σχετική διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 3 του νόμου αυτού έχει χαρακτήρα δημοσίας τάξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτήν ούτε με συμφωνία των μερών.
Κατά συνέπεια, ακόμη και αν στη δανειακή σύμβαση περιλαμβάνεται ρήτρα με την οποία ο δανειολήπτης αναλαμβάνει την καταβολή της εισφοράς αυτής, η συμφωνία αυτή θεωρείται παράνομη και άκυρη. Η ακυρότητα θεμελιώνεται στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις απαγορευμένες και ανήθικες δικαιοπραξίες, καθώς και στην έννοια της ακυρότητας, ιδίως όταν η επιβάρυνση επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή με κεκαλυμμένο τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές παραβιάζεται ευθέως η αρχή της διαφάνειας, που αποτελεί βασικό κανόνα στις συμβάσεις με πιστωτικά ιδρύματα.
Η ελευθερία διαμόρφωσης των τραπεζικών επιτοκίων και τα όριά της
Τα τραπεζικά επιτόκια είναι, κατά κανόνα, ελευθέρως διαπραγματεύσιμα και το ισχύον καθεστώς δεν συνοδεύεται από ρητή θέσπιση ανώτατων ορίων. Η νομοθετική παρέμβαση περιορίζεται κυρίως στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών επιτοκίων.Ωστόσο, τα εξωτραπεζικά επιτόκια, παρότι αφορούν κατ’ αρχήν συναλλαγές εκτός τραπεζικού συστήματος, δεν στερούνται γενικότερης κοινωνικοοικονομικής σημασίας. Αντιθέτως, επηρεάζουν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις, καθώς ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεσή τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών.Υπό το πρίσμα αυτό, συμφωνίες που οδηγούν σε επιτόκια τα οποία υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια που ισχύουν εξωτραπεζικά δεν παύουν να προσκρούουν στον νόμο. Η άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος συνιστά κατάχρηση και δεν είναι νομικά ανεκτή.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας του όρου υπολογισμού τόκων με βάση έτος 360 ημερών
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο όρος τραπεζικών συμβάσεων που προβλέπει τον υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους. Ο όρος αυτός οδηγεί σε αυξημένη επιβάρυνση του δανειολήπτη, καθώς το ημερήσιο επιτόκιο προκύπτει τεχνητά υψηλότερο, χωρίς ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί με σαφήνεια το πραγματικό κόστος της πίστωσης που αναλαμβάνει.Η χρήση του έτους των 360 ημερών, ιδίως όταν ενσωματώνεται σε γενικούς όρους συναλλαγών χωρίς ειδική, σαφή και κατανοητή ενημέρωση, παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και αλλοιώνει τη σχέση παροχής και αντιπαροχής σε βάρος του δανειολήπτη. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια συγκεκαλυμμένη επιβάρυνση, η οποία δεν δικαιολογείται από τη φύση της τραπεζικής υπηρεσίας και διαταράσσει ουσιωδώς τη συμβατική ισορροπία.Κατά συνέπεια, ο όρος αυτός μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστικός, στο μέτρο που επιβάλλει δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση στον καταναλωτή και δεν του επιτρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων το πραγματικό ύψος των τόκων που θα κληθεί να καταβάλει.
Η έγκαιρη νομική αξιολόγηση μιας τραπεζικής σύμβασης μπορεί να αποτρέψει σοβαρές οικονομικές συνέπειες και να συμβάλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Για τον λόγο αυτό, η συμβουλή εξειδικευμένου δικηγόρου σε θέματα τραπεζικού δικαίου παραμένει καθοριστική.