Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ένδικα βοηθήματα που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, παρέχοντας στον οφειλέτη τη δυνατότητα να αμφισβητήσει και να επιδιώξει την ακύρωση ενός πλειστηριασμού που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Στην πράξη, πρόκειται για τον τελευταίο μηχανισμό άμυνας, όταν η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει προχωρήσει μέχρι και τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου σε τρίτο.
Η ανακοπή αποσκοπεί ειδικότερα στην ακύρωση της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου στον υπερθεματιστή, δηλαδή στον πλειοδότη που απέκτησε το ακίνητο μέσω του πλειστηριασμού. Ενεργοποιείται στο στάδιο που έπεται της κατάσχεσης και της ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού, όταν το ακίνητο έχει ήδη κατακυρωθεί. Μέσω αυτής, ο οφειλέτης επιδιώκει να ανατρέψει το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επικαλούμενος συγκεκριμένες νομικές πλημμέλειες που επηρέασαν την εγκυρότητά της.
Η άσκηση της ανακοπής υπόκειται σε αυστηρές προθεσμίες και τυπικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, πρέπει να κατατεθεί μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης από τον υπερθεματιστή. Η προθεσμία αυτή είναι αποκλειστική και η παρέλευσή της οδηγεί σε απώλεια του σχετικού δικαιώματος. Παράλληλα, η ανακοπή πρέπει να στρέφεται τόσο κατά του δανειστή που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση όσο και κατά του υπερθεματιστή, ο οποίος έχει πλέον αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τήρηση μιας πρόσθετης διαδικαστικής προϋπόθεσης, όταν πρόκειται για πλειστηριασμό ακινήτου. Η ανακοπή οφείλει να μεταγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου ή στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της. Σε περίπτωση παράλειψης της μεταγραφής εντός της προθεσμίας αυτής, η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των λόγων της.
Ως προς το περιεχόμενο της ανακοπής, οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν είναι περιορισμένοι και αφορούν είτε πλημμέλειες κατά τη διεξαγωγή του ίδιου του πλειστηριασμού είτε ελαττώματα που σχετίζονται με την προδικασία αυτού. Δεν είναι, ωστόσο, επιτρεπτό να προβάλλονται σε αυτό το στάδιο πλημμέλειες που ανάγονται σε προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, εφόσον αυτές δεν είχαν προσβληθεί εγκαίρως.
Η ανωτέρω ρύθμιση συνδέεται με τη θεμελιώδη αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων εκτέλεσης, σύμφωνα με την οποία κάθε στάδιο της διαδικασίας πρέπει να αμφισβητείται αυτοτελώς και εντός των οριζόμενων προθεσμιών. Κατά συνέπεια, πλημμέλειες που αφορούν, για παράδειγμα, την κατάσχεση και δεν προτάθηκαν με ανακοπή κατά της κατάσχεσης, θεωρούνται ότι έχουν θεραπευθεί και δεν μπορούν να προβληθούν μεταγενέστερα με ανακοπή κατά του πλειστηριασμού.
Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού αποτελεί, συνεπώς, ένα ιδιαίτερα κρίσιμο αλλά και απαιτητικό ένδικο βοήθημα. Η επιτυχής άσκησή της προϋποθέτει άμεση κινητοποίηση, ορθή νομική αξιολόγηση της διαδικασίας που προηγήθηκε και προσεκτική διατύπωση των σχετικών λόγων. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη νομική καθοδήγηση είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και της περιουσίας του οφειλέτη.