Η υπ’ αριθμ. 333/2024 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρίπολης παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, καθώς εξετάζει το ζήτημα της ευθύνης εργοδότη σε περίπτωση άρνησης πρόσληψης εργαζομένης λόγω εγκυμοσύνης, ενώ παράλληλα αναδεικνύει σημαντικά δικονομικά ζητήματα που σχετίζονται με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.
Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι σαφές και αυστηρό ως προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου. Ο Ν. 3896/2010 καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην εργασία και προβλέπει ρητά ότι κάθε δυσμενής μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας συνιστά απαγορευμένη διάκριση. Ειδικότερα, απαγορεύεται στον εργοδότη να αρνηθεί την πρόσληψη γυναίκας εξαιτίας της εγκυμοσύνης της, ενώ η παραβίαση της αρχής αυτής συνιστά παράβαση της εργατικής νομοθεσίας και επισύρει διοικητικές κυρώσεις.
Στην υπό κρίση περίπτωση, εταιρία προχώρησε σε δημοσίευση αγγελίας για την πρόσληψη προσωπικού. Υποψήφια εργαζόμενη υπέβαλε αίτηση, πλην όμως δεν επελέγη. Η ίδια υποστήριξε ότι ο πραγματικός λόγος της μη πρόσληψής της ήταν η εγκυμοσύνη της. Μετά την υποβολή σχετικής καταγγελίας και την τήρηση της προβλεπόμενης διοικητικής διαδικασίας, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας διαπίστωσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και επέβαλε στην εταιρία διοικητικό πρόστιμο ύψους 2.000 ευρώ.
Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την υπόθεση, επικεντρώθηκε τόσο στη στοιχειοθέτηση της διάκρισης όσο και στη νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην κατανομή του βάρους απόδειξης, καθώς σε υποθέσεις διακρίσεων ο εργοδότης καλείται να αποδείξει ότι η απόφασή του δεν βασίστηκε σε απαγορευμένο λόγο. Η εγκυμοσύνη αναγνωρίζεται ως προστατευόμενο χαρακτηριστικό και η αρνητική μεταχείριση λόγω αυτής συνιστά ευθέως παράνομη συμπεριφορά.
Παράλληλα, η απόφαση αναδεικνύει κρίσιμα δικονομικά ζητήματα, όπως η επάρκεια της αιτιολογίας της διοικητικής πράξης και η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Υπογραμμίζεται η σημασία της ορθής τεκμηρίωσης τόσο από τη διοίκηση όσο και από τον εργοδότη, ιδίως όταν το κρίσιμο ζήτημα αφορά τα κίνητρα της εργοδοτικής απόφασης.
Η εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνει τη σταθερή νομολογιακή κατεύθυνση υπέρ της ουσιαστικής προστασίας των εγκύων εργαζομένων και υπενθυμίζει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αποτελεί απλώς θεωρητική επιταγή, αλλά δεσμευτικό κανόνα δικαίου με συγκεκριμένες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης.
Σε κάθε περίπτωση, η έγκαιρη και εξειδικευμένη νομική καθοδήγηση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τόσο των εργαζομένων όσο και των εργοδοτών.
Πηγή: Νομική Βιβλιοθήκη,ΤΝΠ QUALEX
ΘΠΔΔ, 1/2025, σελ. 73 – 74